Επιστροφή σε όλες τις εκδηλώσεις

100 χρόνια συνοικισμού Ναυάρχου Βότση

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Αφήγηση Ανανία Τσιραμπίδη, Ομότιμου καθηγητή ΑΠΘ, Μέλους του ΔΣ του ΙΑΠΕ

 

Το καλοκαίρι του 1914 η Κυβέρνηση Βενιζέλου υποδέχεται από τον Καύκασο 3.260 Έλληνες πρόσφυγες. Η Επιτροπή Περίθαλψης τους έδειξε μέρη της ελεύθερης Μακεδονίας μας, όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι. Όμως ορισμένοι από αυτούς μετανάστευσαν στην Αμερική, ενώ μερικοί επέστρεψαν στον Καύκασο, όπως συνέβη και με συγγενείς της γιαγιάς μου Άννας Αναστασιάδου από την Ντεμίρ Καπί. Δεν τους άρεσε η πολλή ζέστη. Προτίμησαν το ψυχρό κλίμα του Καυκάσου με θερμοκρασίες μέχρι 20 βαθμούς κάτω από το μηδέν και χιόνια για έξι μήνες κάθε χρόνο ύψους μέχρι τρία μέτρα.

«Τ’ οβόν σον ήλον ψέσκεται» δηλαδή «Το αυγό στον ήλιο ψήνεται», ήταν η χαρακτηριστική φράση αυτών.

Από το απολυμαντήριο και τον καταυλισμό της Καλαμαριάς πέρασαν πολλές χιλιάδες προσφύγων Ελλήνων της Ανατολής. Πρώτα οι Καυκάσιοι, μετά οι άλλοι πόντιοι, οι Σμυρνιοί, οι Κωνσταντινουπολίτες, οι Καππαδόκες κ.ά. Περίπου 22.000 από αυτούς πέθαναν από αρρώστιες, κυρίως την ελονοσία και τον τύφο (χαμνία).

«Τσολ κι έρημον Καράμπουρνου, τριγύλ – τριγύλ ταφία. Ανοίξτε και τερέστ’ ατά, όλα Καρσί παιδία» δηλαδή «Καταραμένο κι έρημο Καράμπουρνου, γύρω-γύρω τάφοι. Ανοίξτε και κοιτάξτε τους όλα παιδιά του Καρς».

Έτσι τραγούδησε η μούσα το θλιβερό θανατικό εκείνης της εποχής στην Καλαμαριά.

Αναχωρούν από το Βατούμ στις 3 Ιουνίου 1920 με το πλοίο ΑΡΓΩ 3550 πρόσφυγες, μεταξύ τους οι περισσότερες οικογένειες του χωριού Κονκ. Μαζί τους είναι πολλές οικογένειες Τσιραμπιδαίων. Αυτοί, εκτός της κτηνοτροφίας, ασχολούνταν εκεί και με την υλοτομία. Στην τουρκική το επίθετό μας σημαίνει «οικογένεια ξυλοκόπων».

Πλέοντας κοντά στα παράλια και μετά από μικρή στάση στην Πόλη φτάνουν στην Καλαμαριά μετά από 6 μέρες. Κατά τη διαδρομή πέθαναν τρία άτομα πάνω στο πλοίο τα οποία έριξαν στη θάλασσα. Τους υποσχέθηκαν πολλά για την Ελλάδα, πήραν όμως λίγα, έλεγε ο παππούς Αλέξης. Οι προερχόμενοι από το Κονκ, παραμονή Χριστουγέννων του 1920 ήρθαν με κάρα στο Δροσάτο Κιλκίς, όπου η Επιτροπή Περίθαλψης τους εγκατέστησε σε κενά σπίτια τούρκων και βουλγάρων.

Αναχωρούν από το Βατούμ στις 27 Αυγούστου 1920 με το πλοίο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 2150 πρόσφυγες και φτάνουν στην Καλαμαριά στις 3 Σεπτεμβρίου. Μεταξύ αυτών οι υπόλοιπες οικογένειες των Τσιραμπιδαίων από το Κονκ, οι Αναστασιδαίοι από την Ντεμίρ Καπί του Αρδαχάν μαζί τους και η 17χρονη κοπέλα Άννα (η γιαγιά μου), αλλά και άλλες οικογένειες από χωριά του Αρδαχάν. Οι υπόλοιποι Τσιραμπιδαίοι, μαζί και η παντρεμένη πλέον γιαγιά μου Άννα, έμειναν στην Καλαμαριά περίπου επτά μήνες μέχρι το Πάσχα του 1921, οπότε εγκαταστάθηκαν και αυτοί οριστικά στο Δροσάτο Κιλκίς.

«Να δουλεύεις, να τρέχεις, ψωμί να μη χορταίνεις». Ήταν η κατάρα (;) της χήρας μάνας προς την 17χρονη τότε κόρη της Άννα, τη γιαγιά μου, επειδή δεν ήθελε να μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο. Εδώ στην Καλαμαριά πέθανε από τύφο η μητέρα της Συμέλα (~ 52 ετών) και ο αδερφός της Λάζαρος 10 ετών.

Η Άννα παντρεύτηκε στον καταυλισμό της Καλαμαριάς τον Στέλιο Ιωαννίδη που πέθανε κι αυτός από τύφο μετά από λίγους μήνες στο Δροσάτο. Την άνοιξη του 1922 η Άννα παντρεύτηκε τον παππού μου Ανανία, χήρο με δύο αγόρια που πέθαναν κι αυτά μικρά στα χέρια της (2 και 12 χρονών). Μετά από δύο θανάτους δικών της βρεφών ευτύχησε τελικά να δει δύο αγόρια τον Ευθύμη (1927), τον πατέρα μου και τον Παναγιώτη (1929).

Από την άλλη πλευρά ο παππούς μου Δημήτρης Χαλυβόπουλος ήρθε από τη Σερπίσκια της Αργυρούπουλης. Είχε γνώσεις 4ης γυμνασίου από το ομώνυμο φροντιστήριο, ήταν ψάλτης στην εκκλησία της Πλαγιάς Κιλκίς, όπου εγκαταστάθηκε μετά τον γάμο του. Ήταν πολύ εργατικός και νευρικός. Η γυναίκα του Αγγελική Γιαννακίδου ήρθε από το Σεγιουτλί της Τσάλκας που βρίσκεται 80 χιλιόμετρα δυτικά της Τιφλίδας. Ήταν 10 αδέρφια, μεταξύ τους οι Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και με πατέρα τον Αδάμ, δηλαδή όλη η παλιά Διαθήκη.

«΄Ιντσαν κιες άσον συρ» δηλαδή «Όποιος δεν έχει (πιο σίγουρο φύλλο) πετάει άσο», έλεγε ο παππούς Γιώργος Σερίδης, κάθε φορά που έπαιζε ξερή με τον πατέρα μου Ευθύμη (ανεψιό του) και άλλους θείους.

Η γυναίκα του Άννα ήταν πρώτη ξαδέρφη του παππού μου Ανανία. Αγράμματη αλλά άφταστη στον τανομένο σορβά, στα κιντέατα και στους γιοφκάδες.

Η Αμερικάνικη βοήθεια με το σχέδιο Μάρσαλ (1948-1953) έφτασε και στην Καλαμαριά.

«Ατά τη Ούντρας τα δέματα κοιλίαν κι γομώνε. Ατά λένε οι αμερικανοδεξιοί τον κόσμο να κομπώνε» δηλαδή «Αυτά τα δέματα της Ούντρας δεν γεμίζουν κοιλιά. Αυτά τα λένε οι αμερικανοδεξιοί, για να ξεγελούν τον κόσμο».

Ήταν η χαρακτηριστική απάντηση μερικών ποντίων προσφύγων της Καλαμαριάς τους οποίους μόλυνε ο μπολσεβικικός ιός, κατά τον Καθηγητή Ιστορίας Κώστα Φωτιάδη.

Εργατικότητα, εντιμότητα, σεβασμός και αλληλεγγύη ήταν μερικές από τις αρετές των προσφύγων προγόνων μας. Ρίζωσαν στη νέα πατρίδα δουλεύοντας σκληρά και υπομονετικά. Θυσιάστηκαν για τα παιδιά τους.

Ας είναι αιώνια η μνήμη τους.

 

Από Ανανία Τσιραμπίδη, Ομότιμο Καθηγητή ΑΠΘ, Μέλος του ΔΣ του ΙΑΠΕ

1915-1918:

Οι σύμμαχοί μας αγγλογάλλοι δημιούργησαν και λειτούργησαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις (αεροδρόμια, στρατόπεδα, αποθήκες, νοσοκομεία) από την παραλία του Καραμπουρνακίου μέχρι τον Φοίνικα και τη Σχολή Πολέμου και ανατολικά μέχρι τα όρια της μετέπειτα περιφερειακής τάφρου, για τις ανάγκες του Μετώπου της Θεσσαλονίκης κατά των Κεντρικών δυνάμεων. Επίσης, κατασκεύασαν σιδηροδρομική γραμμή για μεταφορά πολεμοφοδίων από το λιμάνι Θεσ-νίκης μέχρι την περιοχή της Σχολής Πολέμου. Διέσχιζε την ανατολική Θεσ-νίκη περνώντας περίπου παράλληλα της Παπαναστασίου, από τη Χαριλάου και τις παρυφές του Βότση και του Φοίνικα.

1916:

Σε έκταση περίπου 100 στρεμμάτων οι Άγγλοι δημιούργησαν ένα καταυλισμό που χρησίμευε ως μηχανοστάσιο και έμπεδο για τους στρατιώτες του Ινδικού Τάγματος. Αυτός ο καταυλισμός βρισκόταν μεταξύ των σημερινών οδών Μ. Αλεξάνδρου – Ανατ. Θράκης – Έκτορος – Περικλέους – Κεραμοπούλου.

1917-18:

Οι Άγγλοι δημιούργησαν το συμμαχικό νεκροταφείο (σήμερα πίσω από το στρατόπεδο Νταλίπη). Αυτή την περίοδο έφεραν το πρώτο νερό με σωλήνες από τον Χορτιάτη για τις ανάγκες του νεκροταφείου και των λοιπών εγκαταστάσεών τους. Επίσης, πραγματοποίησαν πολλές γεωτρήσεις για να βρουν νερό το οποίο εντόπισαν περίπου στη συμβολή των οδών Καλαντίδου και Λασάνη. Με σωλήνες το μετέφεραν σε μεγάλη δεξαμενή πίσω από το σημερινό 14ο Δημ. Σχολείο (Λασάνη-Καισαρείας).

1920:

Από τον Μάιο αυτού του χρόνου πρόσφυγες από τον Καύκασο και μετά τον Σεπτέμβριο του 1922 (Μικρασιατική Καταστροφή) πρόσφυγες από τον Πόντο, την Καππαδοκία, την υπόλοιπη Μικρά Ασία και άλλες περιοχές της Τουρκίας έφτασαν με πλοία στην Καλαμαριά, όπου  αρκετοί από αυτούς (κυρίως αστικής προέλευσης) εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Η Επιτροπή Περίθαλψης Προσφύγων προσωρινά τους φιλοξένησε στους συμμαχικούς θαλάμους (τολ).

1923:

Δίπλα από το συμμαχικό νεκροταφείο δημιουργήθηκε το δημοτικό (τότε κοινοτικό) νεκροταφείο Καλαμαριάς.

Όλη η έκταση του συνοικισμού Βότση, καθώς και όλη η Καλαμαριά, ήταν χωράφια των Πυλαιωτών (Καπουτζηδιανών) και ενός Τούρκου τσιφλικά, του Χαμδή Μπέη. Η περιοχή ονομαζόταν «βουβαλόστρατα», επειδή ήταν πέρασμα βουβαλιών των κτηνοτρόφων. Εκτός των κτηνοτροφικών προϊόντων, η καλλιέργεια της μπάμιας και η αμπελοκαλλιέργεια ήταν οι κύριες ασχολίες των κατοίκων της Πυλαίας μέχρι και τη δεκαετία του ’60.

Ειδικότερα, η περιοχή ανατολικά της Εθν. Αντιστάσεως (επί τουρκοκρατίας Γιαλκάρ, μετά Βασ. Όλγας, μετά Γράμμου-Βίτσι) ονομαζόταν στην τουρκική Γενί Τσαβούς, δηλαδή «Νέος Λοχίας».

1925:

Οι Άγγλοι πούλησαν τον καταυλισμό με όλες τις εγκαταστάσεις στον αγγλοεβραίο επιχειρηματία Κάμπελ. Τότε άρχισε η εγκατάσταση των πρώτων προσφύγων περιφερειακά του καταυλισμού, όπου κατοίκησαν σε πρόχειρα οικήματα. Ο συνοικισμός πλέον γίνεται γνωστός ως «Κάμπελ».

1927:

Η Ισραηλιτική κοινότητα Θεσ-νίκης αγοράζει τις εγκαταστάσεις από τον Κάμπελ, καθώς και 35 γειτονικές ιδιοκτησίες με απαλλοτρίωση. Ιδρύεται νέος συνοικισμός αποκατάστασης πυροπαθών Εβραίων. Μεταφορά και εγκατάσταση 210 άπορων εβραϊκών οικογενειών σε θαλάμους στο ανατολικό τμήμα του στρατιωτικού καταυλισμού. Παρέμειναν εδώ μέχρι το 1931.

1929:

Κατασκευάζεται εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος (διασταύρωση οδών Πόντου και Αιγαίου) για την Καλαμαριά. Από το 1946 έως το 1957 η παροχή ρεύματος συνεχίστηκε από την «Εταιρεία Ηλεκτροφωτισμού Περιχώρων Θεσσαλονίκης Πετυχάκη και Σία». Μετά εξαγοράστηκε από τη ΔΕΗ.

1931 Ιουνίου 30:

Πυρπόληση εβραϊκού οικισμού Κάμπελ από μέλη της Εθνικιστικής Οργάνωσης «Εθνική Ένωσις Ελλάς». Καταστροφή συναγωγής, σχολείου, φαρμακείου και 6 μεγάλων θαλάμων. Δύο νεκροί, ο χριστιανός φούρναρης Λεωνίδας Παππάς και ο Εβραίος Λεών Βιδάλ. Τον Αύγουστο οι Εβραίοι εγκαταλείπουν οριστικά τον συνοικισμό Κάμπελ.

1932:

Αυτός μετονομάζεται σε συνοικισμό «Στυλιανού Γονατά», που εκείνη την περίοδο ήταν Υπουργός Γενικός Διοικητής Μακεδονίας (16 Δεκεμβρίου 1929 – 4 Νοεμβρίου 1932). Όμως ο ίδιος αρνήθηκε αυτή την τιμή. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους ο καταυλισμός εξαγοράζεται από το Ελληνικό Δημόσιο (οριστικό συμβόλαιο το 1969).

1930 αρχές δεκαετίας:

Άρχισε να λειτουργεί ο Αστυνομικός Σταθμός Ασυρμάτου ως παράρτημα του Α΄ ΑΤ. Μέχρι το 1941 στεγαζόταν σε τμήμα του 2ου συμμαχικού θαλάμου (περίπου στη συμβολή Λασάνη και Χατζηπαναγιωτίδη), στη συνέχεια μέχρι το 1953 σε μονοκατοικία αμέσως μετά τον Κρικέλα. Την περίοδο 1953-73 σε διώροφη βίλα πριν τη συμβολή Βασ. Όλγας και Αιγαίου. Το 1973 καταργήθηκε.

1933:

Στέγαση για 45 χρόνια του Εξωραϊστικού Συλλόγου  «Ναύαρχος Βότσης» στην εγκαταλειμμένη συναγωγή. Συντήρηση κτιρίου με εθελοντική εργασία μελών και αθλητών. Οριστικό παραχωρητήριο το 1969 από Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας. Κατεδάφιση ετοιμόρροπου κτίσματος το 1980, εξαιτίας του σεισμού του Ιουνίου του 1978. Ανέγερση κλειστού διώροφου γυμναστηρίου της ΓΓΑ στο ίδιο σημείο το 1987.

1934:

Δίνεται στο συνοικισμό το όνομα «Βότσης» προς τιμή του ένδοξου Ναυάρχου Νικολάου Βότση που κατάφερε να βυθίσει το τουρκικό θωρηκτό Φετίχ Μπουλέντ στο λιμάνι της Θεσ/νίκης (18.10.1912) κατά τον αγώνα απελευθέρωσης της Μακεδονίας.

Το ίδιο έτος ηλεκτροδοτείται ο κεντρικός δρόμος Βασ. Όλγας (Εθν. Αντιστάσεως σήμερα) του συνοικισμού και ορισμένες κατοικίες του.

1935:

Κατασκευή 16 τετρακατοικιών και 18 διπλοκατοικιών από την Πρόνοια για στέγαση προσφύγων εκατέρωθεν των οδών Εθν. Αντιστάσεως, Λασάνη, Αριστείδου, Αριστοτέλους. Το ίδιο έτος ιδρύεται το στρατόπεδο Νταλίπη ως βάση πυροβολικού και μετά τεθωρακισμένων έως σήμερα. Τοποθέτηση κεραίας Ραδιοφωνικού Σταθμού  Ενόπλων Δυνάμεων (σήμερα ΕΡΤ3).

1940:

Ξεκίνησε η αστική συγκοινωνία με ένα όχημα γκαζοζέν και τρεις οδηγούς από Εθν. Αντιστάσεως και Ομήρου έως Ντεπό, όπου ήταν η αφετηρία του τραμ.

Άρχισε να λειτουργεί επί της Βασ. Όλγας το εστιατόριο Περικοκλάδα από τον Κωνσταντινουπολίτη Κρητικό, το οποίο το 1948 μεταφέρθηκε απέναντι (σήμερα Εθν. Αντιστάσεως 32) με τη νέα ονομασία ΚΡΙΚΕΛΑΣ από το παρατσούκλι του. Τα φώτα του Κρικέλα έσβησαν τον Μάρτιο του 2005, ενώ στη θέση του οικοδομήθηκε πολυώροφη οικοδομή.

1.1.1943:

Η Καλαμαριά γίνεται Δήμος με έκταση 6,5 km2 και πληθυσμό 10.500 κατοίκους.

 

Ο Συνοικισμός Βότση μετά την κατοχή

1950:

Μέχρι αυτόν τον χρόνο υπήρχαν πέντε στάβλοι ζώων στον συνοικισμό.

1953:

Αποφασίζεται από την Πολιτεία σύστημα αυτοστέγασης δηλαδή παραχώρηση οικοπέδου και δανείου από Κτηματική Τράπεζα ανάλογα με τα μέλη κάθε προσφυγικής οικογένειας, οπότε κτίστηκαν 150 μονοκατοικίες ανατολικά της Εθν. Αντιστάσεως, για κατοίκους οι οποίοι διέμεναν μέχρι και το 1958 σε συμμαχικούς θαλάμους.

1955-56:

Διάνοιξη περιφερειακής τάφρου από ΜΟΜΑ ως αντιπλημμυρικό έργο. Έχει 15 km μήκος, 10-17 m πλάτος, 2-25 m βάθος. Ξεκινά από Άνω Τούμπα, περνά από τις παρυφές Βότση και εκβάλλει μετά τη Σχολή Δικαστών στον Φοίνικα.

Μέχρι το 1965 δεν υπήρχε δίκτυο αποχέτευσης λυμάτων, οπότε όλες οι κατοικίες είχαν ατομικό βόθρο. Οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι, λάσπες παντού, γι’  αυτό θεωρείται επιτυχής η ονομασία της Καλαμαριάς ως πόλης των «τσαμουριών» δηλαδή των λασπών.

Τα καλοκαιρινά τους μπάνια τα έκαναν στην Αρετσού και Κρήνη, όπου πήγαιναν με τα πόδια ή στην Περαία με το αστικό.

1959-62:

Κατασκευάστηκαν απέναντι από το στρατόπεδο Νταλίπη οι εργατικές κατοικίες Βότση (οικισμός Πρόοδος με 38 διαμερίσματα). Επίσης, τα τρία τριώροφα κτίρια του ΟΗΕ στη Μεγ. Αλεξάνδρου, οι κατοικίες των εργατοϋπαλλήλων και λιμενεργατών (οικισμός Κ. Καραμανλή αρχικά και μετά το 1974 Αγίου Παντελεήμονα) και τέλος οι εργατικές κατοικίες Φοίνικα (1200 διαμερίσματα).

Μέχρι το 1965 περίπου, στη συμβολή Εθν. Αντιστάσεως 139 και Αναπαύσεως, λειτουργούσε γεφυροπλάστιγγα για φορτηγά και κάρα και πληρωνόταν ο φόρος που αναλογούσε. Η γειτονιά ανεπίσημα λεγόταν «Φόρος».

1965:

Κατασκευάζεται η δεξαμενή ΟΥΘ (σήμερα ΕΥΑΘ) δίπλα από το νεκροταφείο. Αρχίζει η σταδιακή σύνδεση των κατοικιών.

1970 αρχές δεκαετίας:

Ηλεκτροφωτισμός Λεωφ. Γράμμου – Βίτσι (Εθν. Αντιστάσεως). Ασφαλτοστρώσεις και χαλικοστρώσεις δρόμων.

1983:

Εγκαίνια ιατρείων ΙΚΑ σε λυόμενο (οδός Καλαντίδου). Ήταν μεγάλη επιτυχία του Αθλητικού και Πολιτιστικού Συλλόγου Ναυάρχου Βότση με πρόεδρο τον Αθανάσιο Αλεξάκη.

1984:

Ιδρύεται το υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς που αρχικά στεγάζεται στη συμβολή Καζάζη-Καλαντίδου και από το 2000 στον Φοίνικα.

1986:

Άρχισε η λειτουργία του Β΄ ΚΑΠΗ Κηφισιάς αρχικά στη Σουρή και από το 2008 σε διώροφο δημοτικό κτίριο στην Καππαδοκίας.

1987:

Εντάσσεται στο σχέδιο πόλης το ανατολικότερο τμήμα του συνοικισμού (80 στρέμματα) με συντελεστή δόμησης 0,8 έναντι 2,4 που ίσχυε στον υπόλοιπο συνοικισμό.

1995 Νοέμβριος:

Στα ανατολικά όρια του συνοικισμού (δίπλα από το υπερκατάστημα Media Markt) άρχισε να λειτουργεί ο Σταθμός Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων (Δήμος Πυλαίας-Χορτιάτη).

2020:

Ολοκληρώθηκε ο τερματικός σταθμός του Μετρό Θες/νίκης στα ανατολικά όρια του Συνοικισμού με τον Δήμος Πυλαίας-Χορτιάτη (Τέρμα Ερυθρού Σταυρού).

Σε γειτονικές περιοχές του Συνοικισμού λειτούργησαν μονάδες βιοτεχνικές και βιομηχανικές (κεραμοποιείο Αλατίνι, εργοστάσιο Καζάζη, Μακεδονική Εριουργία, υφαντουργία ΕΛΑΥΦ, μεντεσέδες και λουκέτα ΦΟΙΝΙΞ, χριστουγεννιάτικα παιχνίδια Σταματιάδη), καθώς και τα γραφεία των εφημερίδων «Ελληνικός Βορράς» και «Εσπερινή ώρα», όπου πολλοί συνοικιώτες εργάστηκαν. Δυστυχώς σήμερα έχουν κλείσει όλες.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950, δηλαδή πριν την έναρξη της έντονης ανοικοδόμησης, υπήρχε πολύ περισσότερο πράσινο στον Συνοικισμό Βότση. Υπήρχαν πολλά πεύκα, κυπαρίσσια, ακακίες και άλλα αειθαλή δένδρα, καθώς και θάμνοι και λουλούδια στις αυλές των μονοκατοικιών.

© 2020. All Rights Reserved | Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού Κατασκευή | Ιστοσελίδων Θεσσαλονίκη SmartWebDesign