Πίσω στις Ανακοινώσεις
Η σημασία της 19ης Μαΐου – Ανανίας Τσιραμπίδης – Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ, Πρόεδρος ΙΑΠΕ

Οι έκτακτες συνθήκες που ζούμε, εξαιτίας της πανδημίας, δημιούργησαν μεγάλες μεταβολές και δυσκολίες στη λειτουργία του Αρχείου μας. Τιμούμε όμως τη φετινή 19η Μαΐου όλοι μας νοερά και αποδίδουμε φόρο τιμής στα θύματα της γενοκτονίας.

Είναι πλήθος οι αφηγήσεις για τις διώξεις, τους εκτοπισμούς και τις σφαγές εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Μ. Ασίας και Θράκης. Τα όσα συνέβησαν κατά την περίοδο 1914-1923 αποτελούν μελανή σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η εκρίζωση των Ελλήνων είναι από τα πρωτοφανή εγκλήματα στην ανθρώπινη ιστορία. Ύστερα από 27 αιώνες ζωής, ένας λαός ξεριζώθηκε από τη γη του αφήνοντας πίσω του πατρογονικές εστίες, σπίτια, εκκλησίες, τάφους προγόνων.

Το ζήτημα της Γενοκτονίας μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο, αν κατανοήσουμε την εθνικιστική ιδεολογία των Νεότουρκων και Κεμαλικών πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το σύγχρονο τουρκικό κράτος. Εξάλλου, η γέννηση και ανάπτυξη της επίσημης τουρκικής ιστοριογραφίας έχει βασιστεί σε συλλογικά ψεύδη, προσπαθώντας μεταξύ άλλων να αποδείξει ότι οι διάφορες εθνότητες που ζουν εκεί έχουν τουρκική καταγωγή, ότι οι Τούρκοι είναι γηγενείς στην περιοχή ή τελικά ότι Γενοκτονία διέπραξαν οι Αρμένιοι και οι Έλληνες και όχι οι Τούρκοι.

Ο Σάββας Κανταρτζής στο βιβλίο του «Νίκη χωρίς ρομφαία: η Δαμασκός του 20ου αιώνα» (1973) καταγράφει την καταστροφή του χωριού Μπεϊαλάν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν ήταν ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:

“Τα χαράματα της 16ης Φεβρουαρίου 1922 οι τσέτες, περισσότεροι από 150, έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκόπανους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία. Τότε τους διέταξαν να μπουν όλοι σε δύο διώροφα σπίτια, που τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Σαν λυσσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές και κλωτσιές τους στρίμωξαν στα δύο σπίτια. Ο αριθμός τους πλησίαζε τα 300 άτομα. Και όταν ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανείς, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα και οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια τραγική μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση.

Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά χαρτόνια ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται. Οι μητέρες έσφιγγαν στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν “μάνα, μανίτσα!”. Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αγκαλιάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν τα κορμιά οι φλόγες. Κραυγές και άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, χτυπήματα στα στήθη και στους τοίχους, χαλασμός κόσμου.

Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή. Γρήγορα ο τόνος άρχισε να πέφτει, ώσπου μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι’ ακούγονταν μόνο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια του Μπεϊαλάν”.

Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι τα εγκλήματα των Kεμαλικών αυτής της περιόδου παραδέχτηκαν ορισμένα μέλη της ανώτατης οθωμανικής κοινωνίας, τα οποία είχαν άμεση σχέση με το ζήτημα αυτό. Ανήσυχοι και αντίθετοι με τα σκληρά μέτρα της κεμαλικής κυβέρνησης απέναντι στους Έλληνες ήταν ακόμη και κάποιοι Kεμαλικοί Bουλευτές, ιδιαίτερα της περιοχής του Πόντου, οι οποίοι κατηγορήθηκαν από συναδέρφους τους.

Οι εκθέσεις των ανέκδοτων αρχείων των υπουργείων Eξωτερικών και των άλλων κρατικών και ιδιωτικών αρχείων για το δράμα του ποντιακού ελληνισμού δεν έχουν τελειωμό. Συνολικά, μέχρι την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, περισσότεροι από 353.000 Έλληνες του Πόντου, ποσοστό που πλησιάζει το 50% του συνολικού πληθυσμού τους, βρήκαν οικτρό θάνατο στις πόλεις και τα χωριά, στις χαράδρες και τα βουνά, στις εξορίες και τις φυλακές, στα τάγματα εργασίας. 1134 εκκλησίες, 960 σχολεία και 815 κοινότητες λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν.

Πέρα από την ιστορική τεκμηρίωση, η οποία έχει πραγματοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό με τη συστηματική δουλειά του καθηγητή Φωτιάδη, πρέπει να υπάρξει και αναγνώριση του εγκλήματος και τιμωρία του ενόχου. Το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας είναι πολύπλοκο και άπτεται σοβαρών γεωπολιτικών συμφερόντων. Ενώ δηλαδή γνωρίζουμε με λεπτομέρειες το τι συνέβη και κυρίως το ότι υπήρχε κεντρική οργάνωση και συγκεκριμένος στόχος εξαφάνισης των χριστιανικών λαών, δεν έχουμε εύκολα την αναγνώριση του εγκλήματος από τις άλλες χώρες. Δεν αρκούν δηλαδή ούτε τα ίδια τα οθωμανικά έγγραφα που αποκαλύπτουν τη γενοκτονία, ούτε τα διπλωματικά αρχεία των Γερμανών και Αυστριακών, στενών συμμάχων των Τούρκων, αλλά ούτε και τα διπλωματικά έγγραφα των άλλων μεγάλων δυνάμεων ή οι μαρτυρίες των ιεραποστόλων και των φιλανθρωπικών οργανώσεων.

Η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων και για τις αλησμόνητες πατρίδες του Πόντου. Η προώθηση της διεθνούς αναγνώρισής της αποτελεί για όλους μας χρέος τιμής.

Η πανδημία του κορωνοϊού δεν επέτρεψε φέτος στο Αρχείο μας να έχει ενεργότερο ρόλο στις εορταστικές εκδηλώσεις μνήμης και τιμής που κάθε χρόνο τελούνταν αυτή τη μέρα, αλλά δυστυχώς έχουν ακυρωθεί. Ευχόμαστε γρήγορα να επιστρέψουμε στην κανονικότητα και σας υποσχόμαστε να ασχοληθούμε με αυτό το θέμα και πολλά άλλα σχετικά με τον προσφυγικό Ελληνισμό στο σύνολό του, περισσότερο δυναμικά.

Add Your Comment

© 2020. All Rights Reserved | Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού Κατασκευή | Ιστοσελίδων Θεσσαλονίκη SmartWebDesign